«Δίνω το παρών» ή «Δίνω το παρόν»; Ποιο είναι το σωστό;
παρών, -ούσα, -όν: 1. αυτός που παρευρίσκεται (κάπου), που υπάρχει: ενώ ήταν ~ όταν φώναξα το όνομά του. εκείνος δεν απάντησε || ο απουσιολόγος είπε πως όλοι οι μαθητές ήταν παρόντες ΑΝΤ. απών φρ. (α) πανταχού παρών (ως ιδιότητα) αυτός που βρίσκεται παντού: «ο Θεός είναι ~» (β) διά τού παρόντος (ενν. εγγράφου) λόγω τής ισχύος ή με την επίδειξη (εγγράφου) (γ) τού παρόντος / τής παρούσης τής στιγμής αυτής, για τώρα (συνήθ. σε αρνητ. προτ. για τη χρονική αναβολή πράξης): ο καταλογισμός ευθυνών δεν είναι ~. προέχουν άλλα (δ) επί τού παρόντος / προς το παρόν για την ώρα, μέχρι τώρα: αυτά – μόλις έχουμε κάτι νεότερο, θα σας ειδοποιήσουμε (ε) εξαιρούνται οι παρόντες για την ευγενική εξαίρεση παρευρισκομένου ή συνομιλητή από το σύνολο προς το οποίο απευθύνουμε μια κατηγορία (το οποίο σχολιάζουμε αρνητικά και στο οποίο ο ίδιος εντάσσεται) (στ) δίνω το «παρών» παρευρίσκομαι κάπου, συμμετέχω: όλες οι οργανώσεις των αποδήμων έδωσαν το «παρών» στο συλλαλητήριο 2. ως απάντηση σε κλήση: ο δάσκαλος φώναξε το όνομά του και αυτός απάντησε «παρών> 3. αυτός που υπάρχει, υφίσταται αυτή τη στιγμή, ο τωρινός: η παρούσα κυβέρνηση ι κατάσταση ΣΥΝ. σημερινός 4. παρόν (το) βλ.λ. (ετυμ. αρχ. μτχ. ενεστ. τού ρ. πάρειμι «είμαι παρών» (κατά λέξη «βρίσκομαι παραπλεύρως, στέκομαι δίπλα») < παρ(α)- + ειμί. Βλ. κ. ών. Ορισμένες φρ. αποτελούν μεταφρ. δάνεια, λ.χ. διά του παρόντος (< γαλλ. par le present), <δεv είναι τού παρόντος / τής παρούσης (< γαλλ. ce n’ est pas du present / de l’heure presente), πανταχού παρών (< μτγν. λατ. omnipresens) κ.ά.].
παρόν (το): το τμήμα τού χρόνου κατά το οποίο υπάρχουμε, ομιλούμε ή ενεργούμε, κατ’ αντιδιαστολή προς το παρελθόν και το μέλλον ΣΥΝ. τώρα· ΦΡ. (α) προς το παρόν για την ώρα: ~ δεν υπάρχουν νεότερες εξελίξεις ΣΥΝ. προσωρινά (β) επί τού παρόντος σε ό,τι αφορά στον χρόνο που διανύουμε: ~ <δεν έχω να προσθέσω τίποτα (γ) τoυ παρόντος που αφορά στο παρόν, σε αυτή τη στιγμή: αυτό το θέμα δεν είναι ~· θα το συζητήσουμε μιαν άλλη στιγμή. ΣΧΟΛΙΟ λ. παρελθόν. [ΕΤΥΜ. Ουσιαστικοπ. ουδ. τής αρχ. μτχ. παρών (βλ.λ.). Μεταφρ. δάνεια αποτελούν οι φρ. τού παρόντος (< γαλλ. de present), προς το παρόν (< γαλλ. pour le present), επί τού παρόντος (< γαλλ. quant a present)].
Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής Γλώσσας (Ίδρυμα Μ. Τριανταφυλλίδη):
παρών -ούσα -όν [parón]: (λόγ.) 1. που είναι, που βρίσκεται, που υπάρχει κάπου. ANT απών: Είμαι ~ σε μια συζήτηση / σε ένα δυστύχημα. (έκφρ.) πανταχού* ~. || (ως ουσ.) ο παρών, θηλ. παρούσα (συνήθ. πληθ.): Εξαιρούνται οι παρόντες. || (ως ουσ.) (το) παρών, η παρουσία: Δίνω (το) ~, παρουσιάζομαι κάπου. Yποχρεώθηκε να δίνει ~ στην αστυνομία τρεις φορές την ημέρα. α. που είναι παρών και συμμετέχει σε κτ.: Ο άνθρακας είναι ~ σε όλες τις οργανικές ενώσεις. Tο κόμμα μας ήταν παρόν / έδωσε το ~ σε όλους τους εθνικούς αγώνες. β. (για πρόσ.) που είναι παρών εκεί όπου οφείλει να βρίσκεται: Mαθητής ~ στην τάξη. Στρατιώτης ~ στην αναφορά. || (ως απάντηση του καθενός σε ονομαστικό προσκλητήριο): Παπαϊωάννου Iωάννης / Iωάννα. –~ / παρούσα. 2. που συμπίπτει χρονικά με το παρόν, που ανήκει σ΄ αυτό: H παρούσα στιγμή. Ο ~ χρόνος. || τωρινός: Ο ~ αιώνας. H παρούσα εποχή. α. που υπάρχει αυτή τη στιγμή: H παρούσα κυβέρνηση / κατάσταση. Tο παρόν καθεστώς. β. για τον οποίο γίνεται λόγος αυτή τη στιγμή: H παρούσα διαθήκη συντάσσεται για να αντικαταστήσει άλλη προηγούμενη. H παρούσα έκδοση αυτού του βιβλίου είναι η εικοστή. Mε την παρούσα (επιστολή) / με το παρόν (έγγραφο) θέλω να σας πληροφορήσω ότι 3. (ως ουσ.) το παρόν*. [λόγ. < αρχ. παρών]
Χρηστικό Λεξικό της Νεοελληνικής Γλώσσας (Ακαδημία Αθηνών):
παρών -ούσα -όν: 1. Που βρίσκεται, υπάρχει κάπου 2. Που ανήκει στο παρόν, που υπάρχει τώρα ή για τον οποίο γίνεται λόγος αυτή τη στιγμή. ΦΡ. Δίνω το παρών / δηλώνω παρών: Παρουσιάζομαι, παρευρίσκομαι κάπου ή και συμμετέχω.
παρόν: Στιγμή ή χρονική περίοδος που αντιλαμ΄βανεται κάποιος ως ενδιάμεση του παρελθόντος και του μέλλοντος, το τώρα.
Η άποψή μας:
Η φράση δίνω το παρών είναι σωστή και σημαίνει ότι ανταποκρίνομαι σε μια πρόσκληση, παρευρίσκομαι, συμμετέχω. Η λέξη (το) παρών, όταν χρησιμοποιείται ως ουσιαστικοποιημένη μετοχή, λαμβάνει τη σημασία της λ. παρουσία, ανεξαρτήτως γένους και αριθμού: οι μητέρες των επιτυχόντων έδωσαν το παρών. Η φράση δίνω το παρόν είναι κυριολεκτική και αναφέρεται σε ουσιαστικό: δίνω το παρόν έγγραφο στον αρμόδιο υπάλληλο.
Παράθεμα: «Δίνω το παρών» ή «Δίνω το παρόν»; Ποιο είναι το σωστό;
σε ψηφοφορία στο Δημοτικό Συμβούλιο σε θέμα ημερήσιας διάταξης, όταν ψηφίζει γυναίκα, πως είναι το σωστό; παρούσα ή παρών;
Μου αρέσει!Μου αρέσει!
είναι παρούσα, δίνει το παρών.
Την ώρα της ψηφοφορίας το σωστό είναι το «παρούσα»
Μου αρέσει!Μου αρέσει!
Και μια γυναίκα επίσης «δίνει το παρών», αλλά είναι και «παρούσα». Είναι και τα δύο σωστά.
Μου αρέσει!Μου αρέσει!