«Έχω πείρα» ΄ή «Έχω εμπειρία»;

«Έχω πείρα» ή «Έχω εμπειρία»; Ποιο είναι το σωστό;


Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Γ. Μπαμπινιώτη):

πείρα (η) {χωρ. πληθ.} 1. η γνώση που αποκτάται όχι θεωρητικά, αλλά στην πράξη κατά την εφαρμογή των θεωρητικών γνώσεων που κατέχει (κάποιος) ή με την εξάσκηση: έχω ~ σ’ αυτά τα πράγματα || έχει ~ στην προετοιμασία υποψηφίων για το πανεπιστήμιο || προσωπική / κοινωνική / επαγγελματική / καθημερινή / διδακτική / μακρά / μακροχρόνια / λαϊκή / πλούσια / πολιτική / πολύτιμη – || έχω / αποκτώ / αποκομίζω ~ || έχω ~ τού πράγματος (το ξέρω καλά) ΑΝΤ. απειρία· ΦΡ. (α) εκ πείρας διαθέτοντας σχετικές εμπειρίες: μιλάω ~· δεν είναι θεωρίες αυτά που σου λέω! (β) έχω πικρή πείρα (+γεν.’ -ι-από) έχω οδυνηρές ή δυσάρεστες εμπειρίες (από κάτι): ~ από τέτοιες δίαιτες: στην αρχή χάνεις πολλά κιλά και μετά τα ξαναπαίρνεις || – τέτοιας αγενούς συμπεριφοράς 2. (μτφ.) η συσσωρευμένη γνώση που έχει κάποιους σε έναν ή διάφορους τομείς, το σύνολο των εμπειριών στη ζωή· ό,τι αποκομίζει κανείς συνολικά (ως γνώση για τον κόσμο, τους ανθρώπους. τη ζωή), ώστε να μπορεί να συμβουλεύει, να καθοδηγεί κ.λπ.: ~ ζωής I τού κόσμου ΣΥΝ. γνώσεις, σοφία, (μτφ.) φώτα· ΦΡ. μιλάει η πείρα! για περιπτώσεις στις οποίες μας συμβουλεύει κάποιος που έχει εμπειρίες, που ξέρει: να τον ακούς, όταν σε συμβουλεύει- εδώ ~! 3. ΦΙΛΟΣ. η αισθητηριακή αντανάκλαση τού εξωτερικού κόσμου στη συνείδηση, το σύνολο των στοιχείων που υποπίπτουν στην αντίληψή μας.

εμπειρία (η) |αρχ.| {εμπειριών} 1. οτιδήποτε καταγράφεται ως προσωπικό βίωμα και εντυπώνεται ως γνώση, προσωπικά επεξεργασμένο ερέθισμα (κυρ. αισθητικό): είναι οδυνηρή ~ η απώλεια ενός φίλου || η μοναδική ~ τής γέννησης ενός παιδιού || υπέροχη / συγκλονιστική / ανεπανάληπτη / καταλυτική ~ 2. (συνεκδ.) το βίωμα που καταγράφεται ως σημαντικό στοιχείο προσωπικής γνώσης, ως ξεχωριστό γεγονός: αυτή η έκθεση είναι μια ~ || και μόνο η γνωριμία μιας τέτοιας προσωπικότητας ήταν για μένα ~ || η πείρα αποτελείται από το σύνολο των ~ κάποιου. σχόλιο λ. πείρα.

πείρα – εμπειρία. Συχνά η λ. εμπειρία χρησιμοποιείται εσφαλμένως αντί τού πείρα. Λέγεται λ.χ.: Είναι καθηγήτρια των Γαλλικών με μεγάλη εμπειρία. Κανονικά η εμπειρία δηλώνει μεμονωμένα βιώματα, κομμάτια αυτοτελή που έχει ζήσει ο καθένας (Είχε πολλές εμπειρίες από τη θητεία του στον στρατό), ενώ η πείρα είναι αποτέλεσμα πολλών ή τού συνόλου των εμπειριών που έχει ζήσει ο άνθρωπος. Η πείρα δηλ. είναι περιληπτική έννοια σε σχέση με τις μεμονωμένες εμπειρίες: Έχοντας ζήσει πολλά στη ζωή του, έχοντας ταξιδέψει πολύ, απέκτησε μεγάλη πείρα, που τον βοήθησε να καταλαβαίνει καλύτερα τους άλλους και να ενεργεί σωστά.


Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής Γλώσσας (Ίδρυμα Μ. Τριανταφυλλίδη):

πείρα η [píra] (χωρίς πληθ.): 1. το σύνολο των γνώσεων που αποκτά κάποιος καθώς ασκεί ορισμένη δραστηριότητα (σε αντιδιαστολή προς τη θεωρητική γνώση, τη γνώση που αποκτάει με σπουδή, μελέτη μόνο)· (πρβ. εμπειρία): Nέος οδηγός, χωρίς ~. Πολύχρονη / τεράστια ~. Επαγγελματική / πολιτική ~. Έλλειψη πείρας. Nέος δικηγόρος, με καλή θεωρητική κατάρτιση βέβαια, αλλά χωρίς ~. 2. συσσωρευμένη γνώση και εμπειρία, χρήσιμη στον άνθρωπο για την αντιμετώπιση προβλημάτων, καταστάσεων κτλ.: Έχω ~ της ζωής / του κόσμου, γνωρίζω τις δυσχέρειες, τις δυσκολίες της ζωής, επειδή τις έχω ζήσει. Mιλάει* η ~. (έκφρ.) από ~ / (λόγ.) εκ πείρας, επειδή έχω γνωρίσει κτ., επειδή το ξέρω από την εμπειρία μου: Γνωρίζω κτ. / μιλώ από ~. [λόγ. < αρχ. πεῖρα]

εμπειρία η [embiría]: 1.η γνώση που προέρχεται από την πρακτική ενασχόληση με κτ., από την άσκηση έργου ή από την αντιμετώπιση καταστάσεων και προβλημάτων, σε αντιδιαστολή προς τη γνώση από θεωρητική σπουδή, από μελέτη: Οι εμπειρίες της ζωής. 2. (φιλοσ.) η γνώση που στηρίζεται στην άμεση αντίληψη των πραγμάτων, την οποία προσφέρουν οι αισθήσεις μας, σε αντιδιαστολή προς τη γνώση που στηρίζεται στη νόηση, στο διαλογισμό. [λόγ.: 1: αρχ. ἐμπειρία· 2: κατά τη σημ. της λ. εμπειρισμός]


Χρηστικό Λεξικό της Νεοελληνικής Γλώσσας (Ακαδημία Αθηνών):

πείρα: Γνώσεις και ικανότητες που αποκτώνται μέσω της πράξης, κατά τη μακρόχρονη ενασχόληση με κάποιο αντικείμενο· η γνώση που αποκτά κάποιος από τα γεγονότα που συμβαίνουν κατά τη διάρκεια της ζωής του, από τις εμπειρίες τις δικές του ή των άλλων.

εμπειρία: 1. Γνώση που έχει αποκτήσει κάποιος στην πράξη 2. Γεγονός, βίωμα, συναίσθημα που διευρύνει ή εμπλουτίζει τη γνώση, τις ικανότητες ενός ανθρώπου.


Η άποψή μας:

Οι λέξεις πείρα και εμπειρία δεν είναι ταυτόσημες και κακώς χρησιμοποιείται η λ. εμπειρία αντί της λ. πείρα. Η λ. εμπειρία έχει πληθυντικό, ενώ η λ. πείρα όχι. Η πείρα είναι μία γενική έννοια και σημαίνει τη γνώση που αποκτάται από πολλές εμπειρίες, ενώ η εμπειρία είναι το προσωπικό βίωμα. Σε αρκετές περιπτώσεις η σημασιολογική διαφορά είναι λεπτή ανάμεσα στις δύο λέξεις, συνεπώς απαιτείται προσοχή κάθε φορά στην επιλογή της σωστής.


Advertisements

One thought on “«Έχω πείρα» ΄ή «Έχω εμπειρία»;

  1. Παράθεμα: «Έχω πείρα» ή «Έχω εμπειρία»; Ποιο είναι το σωστό;

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s