«Κατ’ αρχήν» ΄ή «Kατ’ αρχάς»;

«Κατ’ αρχήν» ή «Κατ’ αρχάς»; Πότε χρησιμοποιούνται;


Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Γ. Μπαμπινιώτη):

κατ’ αρχάς – κατ’ αρχήν – αρχικά κ.ά. Η φρ. κατ’ αρχήν αντιστοιχεί στο λατ. in principio (αγγλ in principle) και σημαίνει «ως θέμα αρχής, για λόγους αρχής» (Κατ’ αρχήν διαφωνώ με το σκεπτικό τής απόφασης) και «στα βασικά σημεία» (Το νομοσχέδιο ψηφίστηκε κατ’ αρχήν). Επομένως, το κατ’ αρχήν δεν σημαίνει «κατ’ αρχάς, στην αρχή, εν πρώτοις», όπως καταχρηστικά χρησιμοποιείται πολλές φορές. Με τη σημ. «πρώτα-πρώτα, εν πρώτοις, αρχίζοντας» χρησιμοποιείται η φρ. κατ’ αρχάς ή στην αρχή (Κατ’ αρχάς νόμιζε πως ήταν σωστό, μετά τη συζήτηση όμως άλλαξε γνώμη) Το επίρρ. αρχικά / αρχικώς σημαίνει (α) «στην αρχή, κατ’ αρχάς» (Αρχικά πίστευα πως είχε δίκιο) και (β) «στο αρχικό στάδιο, στο ξεκίνημα, παλιά» (II λέξη σήμαινε αρχικά κάτι πολύ διαφορετικό). Η φρ. εξαρχής (αρχαιοπρεπούς αρχήθεν) συνδέει το σημείο ενάρξεως με τον χρόνο κατά τον οποίο λέγεται κάτι (Εξαρχής υποστήριζα ότι ακολουθούσαμε εσφαλμένη τακτική, τώρα δικαιώνομαι). Το απαρχής σημαίνει (α) «εξαρχής», αλλά συχνότερα απαντά στη φρ. (β) απαρχής μέχρι τέλους (Υποστήριζα αυτή την άποψη απαρχής μέχρι τέλους, δηλ συνεχώς, σταθερά). Από συμφυρμό των φρ. «απαρχής» και «εξαρχής» προέκυψε το αποξαρχής, με επιτατική σημ. Επιτατική σημ. έχει επίσης η φρ. εξυπαρχής, δηλώνοντας την έναρξη από τότε που υπάρχει κάτι.


Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής Γλώσσας (Ίδρυμα Μ. Τριανταφυλλίδη):

καταρχήν [katarxín] επίρρ. : α. όσον αφορά την ουσία, τη βασική αρχή ενός πράγματος, ως προς το κύριο και βασικό μέρος· κατ΄ αρχήν: Συμφώνησαν ~, διαφώνησαν όμως σε ορισμένες λεπτομέρειες. Tο νομοσχέδιο ψηφίστηκε ~ και κατ΄ άρθρο. β. αντί του κατ΄ αρχάς. [λόγ. < αρχ. φρ. κατ΄ ἀρχάς `στην αρχή΄ (με τροπή στον εν.) σημδ. γαλλ. en principe (εν.)]


Χρηστικό Λεξικό της Νεοελληνικής Γλώσσας (Ακαδημία Αθηνών):

Καταρχάς (λόγ.) & (λογιότ.) κατ’ αρχάς: αρχικά, στην αρχή: ~, το ποσό μειώθηκε, αλλά στη συνέχεια αυξήθηκε. Πβ. εν πρώτοις.

Καταρχήν & (λόγ.)  κατ’ αρχήν: 1. Κατά βάση, στα βασικά σημεί: Δεν διαφωνώ ~, αλλά σε επιμέρους θέματα.|| (ως επίθ.) Η ~ συμφωνία. Πβ. επί της αρχής. 2. (συνήθ. καταχρ.) καταρχάς. [< γαλλ. en principe, γερμ. im Prinzip].


Η άποψή μας:

Πρόκειται για δύο παρεμφερείς φράσεις, οι οποίες έχουν διαφορετικές σημασίες. Η φράση κατ’ αρχήν χρησιμοποιείται όταν εννοούμε «στα βασικά σημεία», «κατά βάση», «όσον αφορά την ουσία». Η φράση κατ’ αρχάς χρησιμοποιείται όταν εννοούμε «αρχικά», «αρχίζοντας», «στην αρχή», «πρώτα-πρώτα», «εν πρώτοις».


Advertisements

3 thoughts on “«Κατ’ αρχήν» ΄ή «Kατ’ αρχάς»;

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s